Συνεντεύξεις, Τέχνες

Δημήτρης Γεωργαλάς: Στην αρχή έπαιζα με το ένα πόδι κρυμμένο στην κουίντα

Γεννήθηκε στην Πάτρα και μεγάλωσε λίγα μέτρα μακριά από το Αρχαίο Ωδείο. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Φέτος κλείνει 28 χρόνια στο σανίδι ως ηθοποιός, προετοιμάζει παιδιά για Δραματικές Σχολές ενώ τα τελευταία χρόνια έχει σκηνοθετήσει συνολικά πέντε παραστάσεις:  τη “Ραψωδία Ε΄” της Οδύσσειας του Ομήρου,  τη “Φθορά” (έναν μονόλογο του Δημήτρη Τσεκούρα), την “Έντα Γκάμπλερ”, τον “Κάτοικο Πατρών”, που σημείωσε επιτυχία το 2017-2018 και τη «Μήδεια» του Ευριπίδη. Η «Μήδεια», η πιο ώριμη σκηνοθετική του δουλειά, που ανέβηκε το 2019, ξεκίνησε από Ολλανδία και ταξίδεψε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα.

Την σεζόν 2020-2021 συμμετείχε στην τηλεοπτική σειρά «Άγριες Μέλισσες» και φέτος θα εμφανιστεί στην σειρά «Σασμός» που θα προβληθεί από τον Alpha.


Το θέατρο το είχα σκεφτεί από μικρό παιδί αλλά δεν ήξερα πώς γίνεται. Δεν ξέρω πώς πρωτοπήρα ένα σεντόνι και ένα κουρέλι, έφτιαξα την πρώτη σκηνή στο τραπεζάκι μου και έπαιζα, τεσσάρων χρόνων. Θυμάμαι ότι τα πρώτα μου παιχνίδια είχαν να κάνουν καθαρά με θεατρική πράξη. Ή εγώ ντυνόμουν κάτι και έπαιζα ή έφτιαχνα ανθρωπάκια και τα έβαζα να παίζουν. Με τα στρατιωτάκια δεν έπαιζα πόλεμο, έπαιζα θέατρο.  Τα έντυνα με ρούχα, έβαζα δύο βιβλία που ανοιγοκλείνουν, ένα προβολέα και το φώτιζα.  Είναι οι πρώτες μου παιδικές μνήμες, το θέατρο με το δικό μου τρόπο, τον εσωστρεφή, του δωματίου. Δεν ξέρω αν είχα δει θέατρο ως τότε.

“Δεν ξέρω ποιο ήταν το κίνητρο να γίνω ηθοποιός, χάνεται στα βάθη της παιδικής μου ηλικίας.”

Όταν πέρασα στην Φιλοσοφική στην Αθήνα αμέσως άρχισα να ψάχνω τι κάνει κανείς για να γίνει ηθοποιός. Ήταν πολύ συνειδητό. Δεν ξέρω ποιο ήταν το κίνητρο, χάνεται στα βάθη της παιδικής μου ηλικίας. Ήθελα πολύ να παίξω παραστάσεις στο σχολείο, αλλά τύχαινε πάντα από μια διαβολεμένη σύμπτωση, τις σχολικές γιορτές να τις αναλαμβάνει το άλλο τμήμα. Δεν είχα παίξει σε καμιά παράσταση, ούτε ερασιτεχνική. Μέχρι που μπήκα στη Δραματική Σχολή.

Στην Πάτρα έμενα στην οδό Παντοκράτορος και Βασιλείου Ρούφου. Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μας ήταν το μανάβικο του πατέρα μου. Άνοιγα κάθε μέρα την πόρτα και περνούσα απέναντι, στο μανάβικο, τεσσάρων χρόνων παιδί. Αυτή ήταν η διαδρομή. Κοιτούσα όμως πάντα δεξιά που τελείωνε ο δρόμος, γωνία Παντοκράτορος και Σωτηριάδου, στο άνοιγμα του Αρχαίου Ωδείου. Αυτό μου φαινόταν μεγάλη απόσταση. Δεν είναι πάνω από 30 μέτρα, αλλά δεν μου επιτρεπόταν να πάω ως εκεί, ήταν σαν να ξεφεύγω από τα όρια. Μια μέρα λοιπόν κρυφά, χωρίς να με δουν, αντί να περάσω απέναντι, στρίβω, γρήγορα γρήγορα, φτάνω στη γωνία Παντοκράτορος και Σωτηριάδου, και βλέπω το Αρχαίο Ωδείο. Δεν ξέρω τι πήρα, δεν μπορώ να το θυμηθώ. Γύρισα γρήγορα πίσω. Αυτή είναι η πρώτη μου διαδρομή. Είναι μια στιγμή, όπως σε όλους μας στις παιδικές ηλικίες, που βλέπεις κάτι κι αυτό εντυπώνεται μέσα σου και αρχίζει και παίρνει διαστάσεις που δεν μπορείς να τις προβλέψεις.

Πολλές φορές, ακόμα και τώρα, στον ύπνο μου, βλέπω ότι πετάω πάνω από το Αρχαίο Ωδείο. Μπορεί να μην σημαίνει τίποτα, μπορεί να σημαίνει ότι αυτή ήταν η πρώτη μου οπτική επαφή με αυτό το χώρο που για μένα, περνώντας τα χρόνια, αποτελούσε και ένα σημείο αναφοράς. Ότι κάποτε θέλω να παίξω εδώ. Όταν ήμουν φοιτητής στην Δραματική, ένα καλοκαίρι είχα πηδήσει κρυφά τα κάγκελα, είχα μπει μέσα, είχα ανέβει στη σκηνή, μόνος μου, ένα φεγγάρι από πάνω και έκανα μονόλογο μόνος μου. Ένιωσα πάρα πολύ ευτυχισμένος.

Οι γονείς μου με απέτρεπαν πάρα πολύ. Σπούδασα στο Εθνικό κρυφά. Το έμαθαν όταν τελείωσα τη σχολή, γύρισα από φαντάρος και με πήρε ο Κώστας Τσιάνος στο Θεσσαλικό Θέατρο να παίξω στους «Φοιτητές» του Ξενόπουλου. Ήμουν έτοιμος για ρήξη με το σπίτι, αν χρειαζόταν, σε ηλικία 24 ετών. Οι φίλοι μου με υποστήριξαν από την αρχή. Είχα ηθικό στήριγμα, πρακτικό δεν είχα. Όταν θα τελείωνα από τη δουλειά αυτή, δεν ήξερα αν θα δούλευα ξανά.

Στην αρχή έπαιζα με το ένα πόδι κρυμμένο στην κουίντα. Δεν ήθελα να με πολυβλέπουν. Η γενιά των γονιών μου ταύτιζε το θέατρο με κάτι που δεν το κάνουν οι καθώς πρέπει άνθρωποι. Αυτό είναι πολύ ενοχοποιητικό. Σήμερα δεν υπάρχει. Όταν όμως, οι γονείς μου ήρθαν και είδαν την πρώτη μου παράσταση, τους άρεσε και είπαν “δεν ξέραμε τι ήταν αυτό που ήθελες να κάνεις”. Χρειαζόμουν την αποδοχή τους.

Η Φιλοσοφική είναι μια σχολή που αγαπώ πολύ και δεν είναι άσχετη με το θέατρο, αρκεί να μην είσαι φιλόλογος στον τρόπο που βλέπεις τα κείμενα. Πρέπει να τα δεις σαν φιλόλογος την πρώτη στιγμή αλλά μετά πρέπει να προχωρήσεις αλλού. Συνήθως η φιλολογία δεν είναι καλός σύμβουλος για να ανεβάζεις παραστάσεις, παίζει πολύ με τις ιδέες. Το θέατρο δεν είναι μόνο ιδέες, το θέατρο είναι δράση.

Μετράω 28 χρόνια από την πρώτη μου παράσταση, το 1993. Νιώθω πολύ καλά με αυτό που κάνω και είμαι πια, πολύ συνειδητά στον χώρο. Παρόλο που είναι ένα επάγγελμα που πληγώνει πολλές φορές, περισσότερες από όσες σου δίνει ικανοποίηση. Πέρα από την τριβή που υπάρχει με τα διαδικαστικά του επαγγέλματος, τα οποία μπορεί να φθείρουν ένα καλλιτέχνη, νομίζω πως έχω κρατήσει ακόμα την αγνότητα που είχα όταν πρωτοβγήκα στη σκηνή. Δεν έχω δηλαδή δεύτερες και τρίτες σκέψεις, ούτε πολιτική, ή στρατηγική, ούτε διαπλοκές. Είμαι πολύ αγνός όταν είμαι στη σκηνή και αυτό μου τροφοδοτεί συνέχεια έναν έρωτα γι’ αυτό. Δεν είμαι πολύ φιλόδοξος. Αν ήμουν θα είχα χειριστεί αλλιώς κάποια πράγματα. Φιλόδοξος σημαίνει να θυσιάζεις προσωπικά, να στοχεύεις πολύ συγκεκριμένα, να διεκδικείς πάρα πολύ, με λύσσα, αυτό που θες να κάνεις. Δεν τα έχω αυτά.

“Θα ‘θελα να σκηνοθετήσω το Ματωμένο Γάμο του Λόρκα. Έχω μια ολοκληρωμένη άποψη γι’ αυτό το έργο, είναι χρόνια μέσα στο ντουλάπι μου.”

Το θέμα της σκηνοθεσίας με απασχολούσε πολλά χρόνια, αλλά δεν τολμούσα να δοκιμάσω. Θεωρούσα ότι για να κάνει κανείς μια σκηνοθεσία πρέπει να βρει τι θέλει να πει. Δεν νομίζω ότι ανήκω και στους σκηνοθέτες της γραμμής. Είμαι ένας σκηνοθέτης που απλά καταθέτει κάτι όταν έχει να το καταθέσει. Ο ηθοποιός θα πει αυτό που θέλει να πει με το ρόλο του. Ο σκηνοθέτης είναι σαν μαέστρος, ένα πολυόργανο. Όταν έχεις την ευθύνη ενός ολόκληρου έργου, πρέπει να έχεις να πεις κάτι πολύ πιο σφαιρικό, έχεις μια συνολική ευθύνη. Ανεβάζω την Μήδεια γιατί έχω να προτείνω μία οπτική μέσα από αυτό το έργο, έχω να πω κάτι, έχω μια ιδέα. Δεν είναι ανάγκη να έχεις να πεις πάρα πολλά πράγματα, αρκεί να έχεις μια συγκεκριμένη κινητήρια δύναμη.

Ένα κείμενο το δουλεύω περίπου ένα τρίμηνο πριν ξεκινήσουμε πρόβες. Το σκέφτομαι συνέχεια, γίνεται μια ευχάριστη έμμονη ιδέα, σαν να έχω στο τσεπάκι μου το κομπολόι μου. Δεν είναι ότι κλείνομαι και καλογερεύω. Είναι ένας οίστρος και σε άσχετη στιγμή μπορεί να μου ξυπνήσει κάτι. Το σημειώνω και σιγά-σιγά χτίζεται. Διαβάζω πολλές φορές το ίδιο το έργο, μελέτες πάνω στο έργο, να ξέρω τι έχει γίνει για να μην κάνω τα ίδια, ή να ξέρω από πού κλέβω – συνειδητά από πού κλέβω. Όταν φτάνω στην πρώτη πρόβα θέλω να μπορώ να λύσω όλες τις απορίες των ηθοποιών. Να έχω μία απάντηση τουλάχιστον. Μπορεί να μη συμφωνήσει ο ηθοποιός, μπορεί να πει μια άλλη απάντηση πολύ πιο ενδιαφέρουσα, οπότε μπαίνει κι αυτό ως υλικό.

Θα ‘θελα κάποια στιγμή να παίξω έναν αγγελιοφόρο στην Επίδαυρο και θα ‘θελα να σκηνοθετήσω το Ματωμένο Γάμο του Λόρκα.  Έχω μια ολοκληρωμένη άποψη γι’ αυτό το έργο, είναι χρόνια μέσα στο ντουλάπι μου. Το ξέρω, το βλέπω μπροστά μου, και αύριο το πρωί να μου το εμπιστευτεί κάποιος, ξέρω να το κάνω. Χρειάζεται όμως ένας οικονομικός φορέας.

“Η ιστορία μάς διδάσκει ότι η τέχνη δεν αλλάζει τους ανθρώπους».

Δεν μένει τίποτα από το θέατρο. Άπαξ και κλείσει η αυλαία τελείωσε, πέθανε. Το θέατρο δεν μένει, τώρα γεννιέται τώρα πεθαίνει.

Η ιστορία μάς διδάσκει ότι η τέχνη δεν αλλάζει τους ανθρώπους. Είναι μια ανάγκη έκφρασης. Ο άνθρωπος δεν γίνεται καλύτερος μέσα από την τέχνη. Μας ευαισθητοποιεί για λίγο εκείνη την ώρα, την άλλη μέρα κάνουμε μια χαρά τα εγκλήματά μας. Προάγει το εσωτερικό ψάξιμο. Η υψηλή τέχνη καταφέρνει και μπορεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα να ενώσει μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων αλλά μετά ο καθένας φεύγει και μπαίνει στον ατομικισμό του και ξεχνάει αυτό που βίωσε ως σύνολο. Δεν έχω δει δηλαδή να βελτιώνεται το ανθρώπινο είδος επειδή είδε Τσέχοφ. Θα ‘πρεπε. Δεν έχω δει τις 10.000 που βγαίνουν από την Επίδαυρο και έχουν δει τον Οιδίποδα Τύραννο να αλλάζει η ζωή τους. Δεν αλλάζει η ζωή τους.

Η ευαισθησία του καθενός δεν έχει να κάνει με την τάξη ή την δουλειά του. Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που είναι καθάρματα και πολλοί π.χ. μηχανικοί αυτοκινήτων που είναι τρομερά ευαίσθητοι, και σου λένε Παλαμά ξαφνικά και κλαίνε. Ο χώρος του θεάτρου δεν είναι από τους πιο ευαίσθητους χώρους, αντίθετα είναι από τους πιο σκληρούς χώρους που υπάρχουν. Και αυτό γιατί πολλοί άνθρωποι βάζουν την φιλοδοξία τους πάνω απ’ όλα, σε σημείο να μην σέβονται τον συνάνθρωπό τους. Γιατί είναι ένα δύσκολο οικονομικό ρίσκο το θέατρο. Αν ο παραγωγός είναι ευαίσθητος, θα ξεκλέψει μια στιγμή για να σε δει την ώρα που κάνεις την πρεμιέρα σου ή την γενική σου πρόβα. Βγαίνοντας όμως από το θέατρο και πηγαίνοντας προς το γραφείο του πρέπει να είναι στυγνός. Επίσης και ένας ηθοποιός αναγκάζεται να αναπτύξει μία απόσταση, μια σκληρότητα. Αν είσαι χειρουργός και κλαις την ώρα που ανοίγεις έναν ασθενή, δεν θα τον γιατρέψεις, θα τον πεθάνεις και δεν θα είσαι καλός χειρουργός. Το ίδιο συμβαίνει με το θέατρο. Επειδή παίζεις με ποιότητες ψυχής, δεν πρέπει να αφήσεις να σε καταπιούν. Αυτή είναι η τεχνική που αναπτύσσουμε σε αυτή τη δουλειά. Δηλαδή πρέπει να κρατάς την ευαισθησία σου αλλά να μη σε καταπίνει αυτή η ευαισθησία. Πρέπει αμέσως μετά το τέλος της παράστασης να βρίσκεις τον εαυτό σου.

Ο καθένας έχει ένα δικό του τρόπο να αποφορτίζεται. Εγώ αποφορτίζομαι αμέσως. Αν είναι κουραστική σωματικά η παράσταση, αν τρέχεις, χοροπηδάς, θες τον ίδιο χρόνο που θέλει και ο αθλητής για να ξελαχανιάσει, να ξεϊδρώσει. Συνήθως βγαίνουμε μετά την παράσταση με το θίασο ή με κάποιο φίλο που έχει έρθει να δει την παράσταση. Αυτή είναι η αποφόρτιση. Δεν μπορώ να δεχτώ όμως τους ηθοποιούς που λένε, θέλω δυο ώρες για να συνέλθω, είναι ψέμα. Όταν μπαίνουν οι ηθοποιοί στα καμαρίνια μετά την παράσταση αρχίζουν την πλάκα. Είναι και αυτός ένας τρόπος αποφόρτισης. Δεν μπαίνουν μέσα στα καμαρίνια λέγοντας τι κουραστικό που ήταν αυτό σήμερα. Είναι δύο κουτάκια. Αυτό διδάσκεται, με την τριβή το μαθαίνεις. Συνήθως οι ηθοποιοί που έχουν καταφέρει να παίζουν μεγάλους ρόλους είναι ψυχαναλυμένοι ηθοποιοί. Κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι. Γιατί διαχωρίζουν πολύ το όριο του “παίζω” και “είμαι”. Δεν ξέρω πώς είναι οι σύγχρονες σχολές, εγώ τελείωσα το ‘90, δεν μας μάθαιναν το όριο. Τους ενδιέφερε να είσαι, αλλά το “είμαι ο ρόλος” είναι επικίνδυνη κουβέντα για έναν ψυχισμό.

“Στην τραγωδία αναμετριέσαι με αξίες.”

Η αρχαία τραγωδία είναι ένα είδος το οποίο δεν πολυασχολείται με την ψυχανάλυση. Είναι ένα είδος καταρχάς ποιητικό και αρχετυπικό. Όμως μέσα σε αυτούς τους συγγραφείς βρίσκουμε ψήγματα του ψυχολογικού θεάτρου. Σαφώς είναι κάποια έργα, κυρίως του Ευριπίδη που είναι μεταγενέστερος των άλλων δύο, τα οποία είναι προάγγελοι του ψυχολογικού θεάτρου.

Στην Μήδεια με ενδιέφερε η ψυχολογική της διαδρομή, από πού ξεκινάει και πώς καταλήγει για να κάνει αυτόν τον στυγερό φόνο. Εφόσον είναι μια γυναίκα που δεν καταφέρνει με την αγάπη της να δεθεί με έναν άντρα, το κάνει αυτό με το πένθος, με ένα κοινό πένθος.  Η Μήδεια παντρεύεται το πένθος της: δεν εκδικείται και όλα τελειώνουν, απεναντίας εκδικείται και όλα αρχίζουν. Η ίδια στο τέλος λέει “εγώ θα θάψω τα παιδιά μου”. Είναι μια γυναίκα που πονάει. Αυτό που έκανε, το έκανε για να δεθεί “αιώνια” με τον άντρα της με τα δεσμά του πόνου και όχι της αγάπης.  Είναι ένας ψυχολογικός ρόλος. Σαφώς η παράσταση έχει πολλά συμβολιστικά στοιχεία, αλλά ασχολείται πάρα πολύ με τους ψυχικούς κραδασμούς των ηρώων. Ο λόγος λέγεται σαν αποτέλεσμα ενός ψυχικού κραδασμού και όχι σαν ένα θέσφατο, όπως συνήθως τον θέλει η τραγωδία. 

Η Μήδεια σαφώς έχει να κάνει με το βασικό θέμα “έρωτας – θάνατος”. Έχει όμως και πολύ έντονη πολιτική χροιά. Η Μήδεια είναι μία γυναίκα που έρχεται πρόσφυγας σε μια άλλη χώρα.  Διώχνοντάς την ο άντρας της, δεν έχει πού να γυρίσει και αυτό κάνει τη θέση της ακόμα πιο δυσμενή. Μαζί με τον Ιάσονα έχτισαν μια εξουσία, έκαναν φόνους γι’ αυτή. Είναι δύο φοβεροί μαφιόζοι της εποχής που έχουν κάνει εγκλήματα για να φτάσουν εκεί που φτάνουν, δεν είναι καλά παιδιά. Όταν παρουσιάζεται η ευκαιρία στον Ιάσονα να πάει ένα σκαλοπάτι παραπάνω, να γίνει βασιλιάς, πετά την Μήδεια στα σκουπίδια. Αλλά μέχρι εκεί έχουν φτάσει μαζί, δεν έφτασε μόνος του. Ξαφνικά ο Ιάσονας σπάει την συμμαχία των δύο, την προδίδει. Είναι δύο τεράστιες προσωπικότητες που έχουν φτιάξει κάτι πολύ συμπαγές και ξαφνικά ο ένας το σπάει.

Δεν μας ενδιαφέρει να βγει η Μήδεια μια καλή γυναίκα που πληγώνεται γιατί ο άντρας της την απάτησε και φτάνει να σκοτώσει τα παιδιά της – δεν είναι τόσο απλό το θέμα. Αυτή θα ήταν μια τρελή, μια διαταραγμένη γυναίκα. Δεν νομίζω πως τους τραγικούς τους ενδιαφέρει η διαταραχή. Η Ηλέκτρα – με το γνωστό σύνδρομο της Ηλέκτρας – δεν είναι μια γυναίκα που απλά έχει ένα κόλλημα με το μπαμπά της. Είναι το αρχέτυπο αυτής της γυναίκας. Εκεί μέσα υπάρχει το ψήγμα της ψυχολογίας. Η Μήδεια είναι η ίδια η θεά του έρωτα. Δεν είναι το ίδιο να απατήσω εγώ εσένα και να απατήσω το απόλυτο σύμβολο. Στην τραγωδία αναμετριέσαι με αξίες. Αυτός είναι ο πειραματισμός: χωράει το ψυχολογικό παίξιμο σε δύο κολοσσούς; Χωράει. Αν δε χωράει το πετάς, αλλά εδώ χωράει. Γράφει και ο Ευριπίδης έτσι. Αν μελετήσει κανείς το λόγο του, βλέπει ότι είναι ένας λόγος που πηγάζει από την ψυχολογική κατάσταση του ήρωα. 

Αυτό το έργο ήρθε και με βρήκε, δεν το διάλεξα εγώ, αν και είναι ένα έργο που αγαπώ και διαβάζω από μικρός. Το 2016 έγινε ένα Φεστιβάλ με θέμα την Μήδεια στην Ολλανδία, στο οποίο η πρώτη δουλειά που ήθελαν να φιλοξενήσουν ήταν μία Μήδεια ελληνική, του Ευριπίδη, κάπως εναλλακτική, όχι με την κλασική της μορφή. Είχα μία οπτική στα σκαριά, την δέχτηκαν,  ξεκίνησαν οι πρόβες στην Ελλάδα και το Νοέμβρη παίξαμε εκεί. Η παράσταση εκείνη είναι το προσχέδιο της παράστασης που ανέβηκε το καλοκαίρι του 2019 στην Ελλάδα. Πήγε ακόμα Θεσσαλονίκη και Πάτρα και μετά προγραμματίσαμε να ξανανέβει στον πρώτο χώρο, στο Μπάγκειον στην Αθήνα, που είναι ο χώρος όπου ουσιαστικά ξανα-δημιουργήθηκε η παράσταση. Το Μπάγκειον είναι σαν ένα παλάτι που έχει φθαρεί από τον χρόνο αλλά κρατάει όλη την αίγλη του παρελθόντος. Είναι ένας χώρος παλιάς πολυτέλειας που σε εμπνέει φοβερά, είναι μνημείο της πόλης.

Το Λιθογραφείο στην Πάτρα είναι ένας εργοστασιακός χώρος. Μου αρέσουν πολύ τέτοιοι εναλλακτικοί χώροι. Αν κάνεις μια εναλλακτική προσέγγιση στην Μήδεια, ταιριάζει περισσότερο ένας τέτοιος εναλλακτικός χώρος. Το θέατρο Απόλλων από την άλλη, είναι ένα εξαιρετικό μνημείο-θέατρο, θέατρο με την κλασική έννοια του όρου. Έχουν μια γοητεία και τα δύο είδη. Το Απόλλων έχει το πλεονέκτημα ότι είναι κοντά στους θεατές, δεν είναι σαν τα μεγάλα θέατρα όπως το Παλλάς στην Αθήνα που έχεις δέκα μέτρα απόσταση από τους πρώτους θεατές. Είναι ένα ζεστό θέατρο. Παρόλο που είναι ένα τελείως κλασσικό θέατρο οι αποστάσεις το κάνουν άμεσο. Σου δίνει μεγάλη ικανοποίηση.

“Η κωμωδία θεωρείται πιο δύσκολο είδος γιατί παίζεις στην κόψη του ξυραφιού”

Την κωμωδία την αγαπάω πάρα πολύ αλλά δεν με εμπιστεύονται να κάνω κωμωδία. Στη δραματική σχολή πάλεψα πολύ για να πάρω μία κωμωδία, στο τρίτο έτος πια. Δεν μου έδινε κανείς. Ήρθε θυμάμαι ένας δάσκαλος και μου λέει «βρε δε σου το ‘χα!».

Το 2019 κάναμε με την Φρόσω Λύτρα το “Τέλειο έγκλημα” του Χίτσκοκ. Εγώ έκανα έναν επιθεωρητή που εξιχνιάζει το έγκλημα με αυτό το αγγλικό φλέγμα, είναι δηλαδή η φαιδρή νότα του έργου. Ήμουν ευτυχισμένος γιατί άκουγα γέλια του κόσμου. Είναι ένας ρόλος που τον χάρηκα πάρα πολύ. Ήταν τόσο διασκεδαστικός και τόσο ευχάριστος, σαν παιχνίδι, χαιρόμουν να πηγαίνω στο θέατρο. Είναι έξυπνοι ρόλοι αυτοί. Την κωμωδία αν δεν είσαι έξυπνος ηθοποιός, δεν την καταφέρνεις. Είναι μια πολύ ωραία πρόκληση για το μυαλό του ηθοποιού. Θεωρείται πιο δύσκολο είδος γιατί παίζεις στην κόψη του ξυραφιού. Παίζει πάρα πολύ με το χρόνο, είναι ένα είδος δεξιοτεχνίας. Άλλο κωμικός, άλλο γελοίος. Γι’ αυτό και είναι πρόκληση ειδικά για ευφυείς ανθρώπους.

Θαυμάζω τους παλιούς κωμικούς, έχουν μία ταχύτητα και αμεσότητα που απορώ γιατί δεν την έχουν οι σημερινοί. Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Ορέστης Μακρής, Βασίλης Αυλωνίτης, Ντίνος Ηλιόπουλος, Ρένα Βλαχοπούλου. Μόνο και μόνο να δει κανείς τις ταχύτητες και τις αλλαγές που κάνει η Βλαχοπούλου μέσα σε μισό λεπτό. Η Τζένη Καρέζη ήταν νομίζω η πιο όμορφη ηθοποιός που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα. Εξαιρετική κωμικός. Είχε αυτό το συνδυασμό φινέτσας, σαλονιού και αλήτισσας, φινέτσας και μαγκιάς συγχρόνως. Το χασάπικο που χορεύει η Καρέζη στο “Τζένη Τζένη” θεωρώ ότι είναι μία από τις κλασσικές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου.

“Μαθαίνουμε πώς θα γίνουμε παιδιά ξανά απ’ την αρχή, χωρίς καμία λογοκρισία γι’ αυτό που κάνουμε”

Έχουμε εξαιρετικούς ηθοποιούς στην Ελλάδα. Ειδικά οι νέες γενιές που βγαίνουν είναι κάτι το απίστευτο. Θα βγουν τεράστια ονόματα στις επόμενες δεκαετίες. Είναι πολύ δουλεμένοι, πολύ πιο απενοχοποιημένοι και διαθέσιμοι. Τους λες κάνε αυτό και κάνουν συν δέκα. Η νέα γενιά έχει ζήσει νομίζω καλύτερα από μας. Για μένα το θέατρο ήταν ένας τελείως ενοχοποιημένος χώρος, μου απαγορευόταν. Μου πήρε πολύ χρόνο να λυθώ.

Προετοιμάζω παιδιά για δραματικές σχολές, εδώ και μια δεκαετία. Στην θεατρική πράξη η σχέση δασκάλου-μαθητή οφείλει να είναι διαφορετική από ό,τι είναι στους άλλους τομείς της γνώσης. Δεν προσεγγίζεις ένα μαθητή με την ίδια σοβαρότητα και αυστηρότητα που θα τον προσέγγιζες αν ήσουν μαθηματικός ή φιλόλογος. Εδώ το πρωταρχικό στάδιο είναι να τον κάνεις να λυθεί απέναντί σου, να σε εμπιστευτεί, γιατί το μάθημα της υποκριτικής ουσιαστικά είναι μάθημα έκθεσης, πώς να εκτίθεται ο άλλος απέναντί σου. Αυτό μαθαίνουμε, να εκτιθέμεθα. Μαθαίνουμε πώς θα γίνουμε παιδιά ξανά απ’ την αρχή, χωρίς καμία λογοκρισία γι’ αυτό που κάνουμε. Θα μου άρεσε κάποια στιγμή να διδάξω σε Δραματική Σχολή.

Θέλω να δουλεύω με νέους ηθοποιούς, γιατί έχουν να σου δώσουν πολλά πράγματα.  Και αυτοί έχουν να πάρουν από έναν άνθρωπο που φέρει μια άλλη πείρα. Αυτό πρέπει να το δουν οι φτασμένοι σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές που δε μετακινούνται εύκολα από αυτό που κάνουν.

Ο χώρος δεν έχει μεγάλη δυνατότητα να απορροφήσει νέους ηθοποιούς. Έχει απλώσει πάρα πολύ το τοπίο του θεάτρου στην Αθήνα, είναι αχανής πια ο χώρος, τα συναντάς όλα. Ίσως αυτό υποσυνείδητα να κάνει τους νέους ηθοποιούς να καταβάλουν μεγαλύτερη προσπάθεια ή να αφήνουν τα εκφραστικά τους μέσα πολύ πιο γρήγορα από ό,τι τα αφήναμε εμείς που ήμασταν σίγουρα πιο φοβισμένη γενιά. Μπορεί να έχουν καλύτερους δασκάλους. Η αλήθεια είναι πάντως ότι, εκτός από δύο τρεις περιπτώσεις, οι δικοί μας δάσκαλοι ήταν παλιάς κοπής άνθρωποι, που δίδασκαν κάτι πολύ ξεπερασμένο.

Τα πρότυπά μου είναι ο Δημήτρης Καταλειφός και η Αμαλία Μουτούση. Σαφώς υπάρχουν κι άλλοι μεγάλοι ερμηνευτές. Από δασκάλους μου αγαπώ πολύ τον Τάσο Λιγνάδη και την Μαίρη Αρώνη. Ο Τάσος Λιγνάδης ήταν σπουδαίος δάσκαλος, αξεπέραστος. Η Μαίρη Αρώνη είχε μία τρομερή εμπειρία και ένα απίστευτο ταμπεραμέντο. Η κωμωδία μου αρέσει γιατί την διδάχθηκα από την Αρώνη με ένα τρόπο που είναι αξεπέραστος. Όλοι οι μαθητές της το λέμε αυτό. Όταν έχουμε να κάνουμε κάτι κωμικό πατάμε πάνω της. Με πιο σύγχρονο τρόπο, αλλά πατάμε πάνω της. Ήξερε την κωμωδία πάρα πολύ καλά και είχε την γενναιοδωρία να μας πει όλα της τα μυστικά. Δεν έκρυψε τίποτα. Κάποιοι δεν τα λένε τα μυστικά τους.

“Η τηλεόραση έχει τη δύναμή της, το να σε αναγνωρίζουν όμως από το θέατρο είναι γαλόνι.”

Μικρότερος είχα θαυμάστριες. Μου έφερναν λουλούδια – δεν ένιωθα αμηχανία, χαριτωμένο ήταν. Δεν νιώθω αμηχανία με τον κόσμο, μου αρέσει. Σε τιμά ο κόσμος όταν το κάνει αυτό. Δεν μπορείς να μπαίνεις στα σπίτια του κόσμου, “δείτε με – δείτε με”, και όταν σε συναντούν στο δρόμο εσύ να λες, “σε παρακαλώ μη με ενοχλείς τώρα”. Παλιότερα με το «Άκρως Οικογενειακόν» μου φώναζαν στο δρόμο, “Γεια σου γιατρέ!” Η τηλεόραση έχει τη δύναμή της, το να σε αναγνωρίζουν όμως από το θέατρο είναι γαλόνι.

“Στην Πάτρα τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένας πληθωρισμός θεαμάτων, όχι καλών απαραίτητα, τα οποία έχουν διαστρεβλώσει το κριτήριο του κόσμου.”

Στην Πάτρα κατεβαίνω από τα Ψηλαλώνια στο Νότιο Πάρκο και περπατάω μία – μιάμιση ώρα. Στην Αθήνα βγαίνεις και περπατάς γύρω γύρω την Κυψέλη, από τη μια πολυκατοικία στην άλλη, ανάμεσα και στους κάδους. Δεν είναι ευχάριστο, θα το κάνεις μια δυο φορές, μετά βαριέσαι το ίδιο σκηνικό. Στην Πάτρα αν βγεις μια βόλτα μέσα στην πόλη θα συναντήσεις πέντε γνωστούς και θα πεις μια κουβέντα. Στην Αθήνα δεν υπάρχει αυτό, αν δεν κλείσεις ραντεβού δε συναντιέσαι. Μου αρέσει αυτό στην Πάτρα. Αν θες να απομονωθείς απομονώνεσαι, και τα δύο υπάρχουν μέσα στη ζωή. Έχω τις ώρες μου που είμαι μοναχικός, όχι εσωστρεφής. Είμαι κοινωνικός, εξωστρεφής, εύκολα εμπιστεύομαι τους άλλους. Γίνομαι εύκολα φίλος. Τώρα που μεγαλώνω ίσως όχι τόσο εύκολα γιατί είμαι καλυμμένος από φίλους, αλλά πάντα υπάρχει χώρος να κολλήσεις με κάποιον, συνήθως από δουλειές.

Η Πάτρα είναι φιλότεχνη πόλη. Το πρόβλημα με την Πάτρα είναι ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένας πληθωρισμός θεαμάτων, όχι καλών απαραίτητα, τα οποία πρώτον έχουν διαστρεβλώσει το κριτήριο του κόσμου και δεύτερον επέφεραν κορεσμό. Αυτό συμβαίνει και στην Αθήνα. Απλά στην Πάτρα μεσουρανεί το ερασιτεχνικό θέατρο. Στην Πάτρα δουλεύω με μία ερασιτεχνική ομάδα που αγαπάω και έχουμε κάνει πολύ ωραίες δουλειές. Ειδικά ο “Κάτοικος Πατρών” ήταν μία εξαιρετική δουλειά πιστεύω. Ήταν πολύ καλή κατάθεση. Έπαιζαν τέσσερις ερασιτέχνες ηθοποιοί εξαιρετικά, ο καθένας με την προσωπικότητά του. Η Αθήνα δεν έχει ερασιτεχνικό θέατρο γιατί δεν χωράει, είναι όλοι επαγγελματίες. Εκεί έχουμε το φαινόμενο των άπειρων θεατρικών ομάδων. Άπειρων και με τις δύο έννοιες! Αυτό είναι καλό γιατί μέσα απ’ αυτό ξεπετάγονται είτε ηθοποιοί είτε απόψεις που είναι αποκαλύψεις. Βλέπεις ξαφνικά μια παράσταση, μια προσέγγιση που έχει κάτι να πει και να προχωρήσει το θέατρο λίγο παραπέρα.

Η ζωή στην Αθήνα είναι μοναχική και απρόσωπη χωρίς τη δουλειά. Όταν δεν δουλεύω, φεύγω από την Αθήνα, δραπετεύω. Είναι μια πόλη που αγαπώ αλλά μεγαλώνοντας έχω μεγαλύτερη ανάγκη από επαφή με τη φύση, με την ηρεμία. Η Αθήνα είναι μια πόλη που συνεχώς βουίζει. Όμως, μου δίνει αυτό που θέλω: το θέατρο.